Το Wasted Youth, είναι η ταινία για την οποία μιλούν όλοι στην Αθήνα. Το «talk of the town» είναι σύμπραξη δύο σκηνοθετών: του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και του Jan Vogel.

Είναι ουσιαστικά η καταγραφή μιας καυτής καλοκαιρινής ημέρας από τη ζωή δύο διαφορετικών τύπων της Αθήνας οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους αλλά οι δρόμοι τους μέχρι το τέλος της ημέρας θα συναντηθούν.

Ο πρώτος, ο Χάρης, ένας 16χρονος σκέιτερ, σε διακοπές από το σχολείο, τριγυρνά με το σκέιτ του σ’όλη την πόλη, στα σποτς που πηγαίνει η παρέα του για να αράξει, να φλερτάρει, να παρτάρει. Παρά τις συγκρούσεις με τον πατέρα του και το πρόβλημα υγείας της μητέρας του, δεν το βάζει κάτω με τίποτε. Ζει τη χαρά και την ανεμελιά της ηλικίας του, την άγνοια κινδύνου και τα vibes της εφηβείας, με ατέλειωτο παιχνίδι, άραγμα με τους κολλητούς, πλάκες, πάρτυ, «φασώματα» με γκόμενες.

Ο δεύτερος, ο Βασίλης, ένας απογοητευμένος άντρας σε midlife crisis, αναζητά επαγγελματικές ευκαιρίες για να φτιάξει την αποπνικτική καθημερινότητά του στη δουλειά και το σπίτι. Η σιγουριά–τέλμα του Δημοσίου και η ισοπεδωτική του δειλία δεν τον βοηθούν. Μιζέρια και κατάθλιψη.

Κι ενώ οι δύο ιστορίες κυλούν χωριστά, και καταγράφονται σχεδόν όπως ένα ντοκυμαντέρ, έχεις την αίσθηση ότι κάτι σιγοβράζει και είναι έτοιμο να εκραγεί. Αυτό θα συμβεί σε μια δυνατή νυχτερινή σκηνή στο τέλος της ταινίας που σε πολλούς θα θυμίσει ένα συγκεκριμένο γεγονός της επικαιρότητας.

Η ταινία όμως απλά καταγράφει, δεν κρίνει, δεν κατηγορεί. Είναι στημένη στη λογική του «συμβαίνει τώρα» (as we speak). Αυτή είναι και η επιτυχία της. Το σενάριο είναι στην πραγματικότητα ένα προσχέδιο σεναρίου, δεν είναι δουλεμένο. Αντιλαμβάνεσαι πράγματα που υποβόσκουν αλλά δεν εκφράζονται. Από έλλειψη  καλών σεναρίων πάσχει το ελληνικό σινεμά. Στη συγκεκριμένη ταινία δεν βαριέσαι τελικά νομίζω. Γιατί υπάρχει νεανική κουλτούρα, ενέργεια και υπόγειο πάθος. Και πίσω η πολιτική χροιά μιας κοινωνίας που είναι άρρωστη. Ή αλλιώς μιας Ελλάδας σε κρίση.

Η Αθήνα χάρη στην εκπληκτική φωτογραφία δείχνει τεράστια και χαοτική, ένα urban καμίνι που στάζει ιδρώτα αλλά και ζωή. Τα πολλά κατεβάσματα με το σκέιτ από τη μια περιοχή της πόλης στην άλλη δίνουν μια αίσθηση 3D. Η Αθήνα προβάλλεται όπως πρέπει και όπως είναι: και άσχημη και ωραία. Το στοίχημα είναι να βρεις τα μέρη και τους δρόμους που διαδραματίζεται η ταινία. Να δεις πόσο urban τύπος είσαι τελικά αλλά και πόσο hip. Τον ξέρεις τον ανάπηρο; Το Κ; Τα στενά του κέντρου, τους λόφους της Αθήνας; Μήπως είσαι στη φάση αυτή; Πόσες φάτσες αναγνωρίζεις;

Οι ερμηνείες που ξεχωρίζουν είναι του Βασίλη (Ιερώνυμος Καλετσάνος) και των δύο συναδέλφων του (που ερμηνεύονται από τους γνωστούς σκηνοθέτες Σύλλα Μάρκελλο και Γιάννη Οικονομίδη) ενώ οι «μικροί» (όπως έλεγαν στις ελληνικές ταινίες) Χάρης Μάρκου, Jason Wastor και Αρθούρος Κιβίλιοφ εκφέρουν ερασιτεχνικά και ανεπιτήδευτα τα λόγια τους προσθέτοντας αυθεντικότητα και φρεσκάδα.

Ο ήχος παρά την εμφανή πειραματική διάθεση και τον επιμελή σχεδιασμό έχει κάποια θέματα. Στις νυχτερινές σκηνές είναι πολύ καλός ενώ αλλού, κυρίως σε εσωτερικά ακούγεται σαν να έχει αντήχηση ή κούφιος. Μπορεί να είναι ηθελημένο, δε λέω, ωστόσο χτυπάει άσχημα γιατί θυμίζει ήχο παλιότερων ελληνικών ταινιών της «διανόησης», ξέρεις τι εννοώ.

Τέλος όσον αφορά στον τίτλο Wasted Youth, θεωρώ ότι κανείς νέος δεν χαραμίζεται. Ότι και να κάνει. Αντίθετα ένας ενήλικας με τις τόσες δεσμεύσεις και τα τόσα κοινωνικά πρέπει, στερείται τα θέλω και δεν μπορεί να κάνει ελεύθερα τις επιλογές του. Το τρομακτικό είναι ότι όλοι υπήρξαμε αντιδραστικοί, ελεύθεροι και ωραίοι ως έφηβοι και να που χαραμίστηκαν οι ορμόνες μας. WASTED YOUTH MALAKA μου. Το περίμενε κανείς;

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το: