Πόση δυστυχία υπάρχει εκεί έξω; Την απάντηση φαίνεται να γνωρίζει καλά ο Alejandro Gonzalez Iñarritu (Ινιάριτου), σκηνοθέτης της ταινίας Biutiful. Με προίκα του μια από τις πιο βαριές ταινίες ever, το 21 γραμμάρια, ο Ινιάριτου δεν διστάζει ακόμη μια φορά να βουτήξει στα σκατά μιας ζοφερής πραγματικότητας σφυροκοπώντας το θεατή αλύπητα έως την έξοδό του από την κινηματογραφική αίθουσα. Πόση πραγματικότητα όμως μπορεί να αντέξει κανείς; Σε ποιόν μπορώ να συστήσω αυτή την ταινία χωρίς προειδοποίηση; Η αλήθεια είναι σε κανένα. Θα ήταν πολύ σκληρό.

Σε μια τριτοκοσμική Βαρκελώνη κολασμένων εικόνων, τόσο μα τόσο μακριά από το μουλτικολόρ παραμύθι που έστησε ο Gaudi, ζει ο Ουξμπάλ (Javier Bardem). Εργάζεται ως μεσάζων μεταξύ μιας ομάδας Αφρικανών μεταναστών που πωλούν τις γνωστές «επώνυμες» τσάντες στους δρόμους και των δουλεμπόρων που κρατούν έγκλειστους, στα όρια της εξαθλίωσης, τους Κινέζους εργάτες που τις ράβουν.

Διακινεί χρήμα για δωροδοκίες αστυνομικών αλλά ο ίδιος μετά βίας κατορθώνει να ζει τα δύο παιδιά του. Ο καρκίνος από τον οποίο διαγιγνώσκεται ότι πάσχει του δίνει λίγο χρόνο για να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του, να διασφαλίσει τα παιδιά του και να εξιλεωθεί για τα όσα άσχημα έχει κάνει. Η πορεία του προς την κάθαρση δεν είναι εύκολη. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, διαθέτει επιπλέον το χάρισμα της τηλεπάθειας και επικοινωνεί με τις ψυχές βοηθώντας τες να αναχωρήσουν για τον άλλο κόσμο.

Ο Javier Bardem δίνει μαθήματα ερμηνείας στον καλύτερό του ρόλο μετά το No Country for Old Men και στηρίζει μόνος του το οικοδόμημα μιας πολυσχιδούς ταινίας που κινδυνεύει με κατάρρευση από τις πολλές καταστάσεις που επιχειρεί να καταγράψει. Η Maricel Alvarez στο ρόλο της Marambra, της πρώην γυναίκας του μιας μανιοκαταθλιπτικής σεξομανούς, μετακινείται από τη μια διάσταση του χαρακτήρα στην άλλη σαν το φως που αναβοσβήνει, πότε εύθραυστη και πότε υστερική ενώ εξίσου καλός ο Eduardo Fernandez στο ρόλο του Tito, του επιρρεπή στις ηδονές αδελφού του.

Έφυγα πολύ συγκινημένος από την ταινία μην πω δακρύζοντας. Άφησα κάποιες μέρες να τη ξανασκεφτώ πριν γράψω κάτι.

Πιο ψύχραιμα λοιπόν πιστεύω ότι ο Ινιάριτου κάνει ένα λάθος, πλατειάζει. Δίνει σημασία σε όλες τις δευτερεύουσες ιστορίες τις οποίες και εξελίσσει μέχρι ένα σημείο φτάνοντας την ταινία στα 147 λεπτά. Επιπλέον βάζει εμβόλιμα ένα τραγικό συμβάν που πραγματικά δεν χρειαζόταν αλλά εντυπωσιάζει.

Τώρα σκέπτομαι ότι συμφωνώ μάλλον με τον Δημήτρη, όταν σε συζήτηση για μια άλλη ταινία του Ινιάριτου, το Βabel, μου είπε ότι τη βρήκε αρκετά pretentious. Είναι επιτηδευμένο το Biutiful όχι μόνο γιατί πελαγώνει ο θεατής με τα πολλά που συμβαίνουν αλλά ακόμη χειρότερα γιατί το συναισθηματικό μέρος της ταινίας κινδυνεύει να γίνει ψυχρό-intellectual. Και η ταινία να «χαρακτηριστεί» ως art movie.

Ωστόσο ο Ινιάριτου είναι τεχνίτης του σινεμά με εμμονή στη λεπτομέρεια. Η δυστυχία για αυτόν είναι δημιουργική. Και αριστεύει στην καταγραφή της. Υπάρχουν δύο σκηνές στην ταινία που ξεχωρίζουν. Η καταδίωξη των Αφρικανών στους δρόμους της Βαρκελώνης είναι απίστευτα γυρισμένη ενώ η σκηνή στο strip-club του αδελφού του είναι γοητευτικά παρακμιακή.

Τόση ψυχική οδύνη, τέτοια λατρεία της μιζέριας ποιον αφορά τελικά; Σε τι χρησιμεύει; Φωτογραφίζει, αφυπνίζει ή προσωρινά στεναχωρεί; Θα έλεγα ότι αρκετοί χρειάστηκαν φρέσκο αέρα μετά την προβολή. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν είναι τιμωρία. Δείτε την. You have been warned.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το: