Μετά από άπειρες προσπάθειες (χωρίς υπερβολή πρέπει να έχω πάρει τηλέφωνο πάνω από 20 φορές σε ένα διάστημα τριών χρόνων), επιτέλους με λυπήθηκε ο Θεός (ή για την ακρίβεια ο υπεύθυνος του μαγαζιού) και βρήκα ένα τραπέζι στο θρυλικό (και ακριβό) εστιατόριο του Κολωνακίου που ονομάζεται Ράτκα.

Κάθε φορά λοιπόν που επιχειρούσα να κλείσω ένα τραπέζι μου απαντούσαν τo ίδιo πράγμα « Λυπούμαστε, αλλά είμαστε γεμάτοι όλη την εβδομάδα, ωστόσο αν γίνει κάποια ακύρωση θα σας ειδοποιήσουμε» και φυσικά δεν ειδοποιούν ποτέ και φυσικά λένε ψέματα διότι πάντα υπάρχει τραπέζι αλλά το κρατάνε για τους «άλλους». Διότι αν εμφανιστεί (χωρίς κράτηση) κάποιος επώνυμος είναι ντροπή να του απαντήσουν πως είναι γεμάτο το μαγαζί, έτσι δεν είναι;. Οπότε για τον επώνυμο, θα σπεύσουν να βρουν ένα τραπέζι ή έστω να στριμώξουν ένα τραπέζι σε μια γωνία για να τον βολέψουν. Με την λογική του «ο επιμένων νικά» αρνιόμουν να βάλω μέσο για να κλείσω τραπέζι διότι το βρίσκω τραγικό να ισχύει ο νόμος του κονέ και στο φαγητό.

Κάποια περιοδικά έχουν εντάξει την Ράτκα στην κατηγορία «Γαλλικό μπιστρό» κάποια άλλα (όπως το Αθηνόραμα) στην κατηγορία «Bar Restaurant». Κατά τη γνώμη μου, ούτε το πρώτο άλλα ούτε και το δεύτερο ισχύει. Άντε, το ντεκόρ και η γενικότερη ατμόσφαιρα (στρογγυλά τραπέζια με τις στενές καρέκλες καφενείου) να θυμίζουν μπιστρό με άρωμα Γαλλίας αλλά μέχρι εκεί. Εστιατόριο που σερβίρει από sushi και crispy duck μέχρι φαλάφελ δεν δέχομαι να το αποκαλούν «μπιστρό» είναι ζήτημα αρχής!

Μου είχαν διαφημίσει το φιλέτο ψημένο στην πέτρα αλλά λόγω τιμής (40ευρώ) δεν μπήκα καν στον πειρασμό και έτσι διάλεξα φαλάφελ (ρεβυθοκεφτέδες δηλαδή) με τραγανές πιτούλες (μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού βέβαια) και ένα φανταστικό tahini dip. Τα φαλάφελ ήταν νόστιμα αν και παραήταν τηγανισμένα για το γούστο μου. Η Κατερίνα διάλεξε το crispy duck το οποίο ομολογώ πως ήταν εξαιρετικό (ίσως η καλύτερη επιλογή), λεπτοκομμένη πάπια που έλιωνε στο στόμα + τα διάφορα συνοδευτικά αξεσουάρ (έτσι αποκαλώ τις κρέπες, την BBQ sauce και τα λεπτοκομμένα λαχανικά). Ο φίλος της Κατερίνας πήρε κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο ρίσκο: σπαγγέτι με θαλασσινά (όποιος δεν αντέχει το σκόρδο θα τον συμβούλευα να μην επιλέξει αυτό το πιάτο, δοκίμασα μία πιρουνιά και με έχει πεθάνει). Το κρασί τέλειο, ήπιαμε ένα εξαιρετικό chateau Julia και το χαρήκαμε (ναι Άκη είχε βελούδινη γεύση!).

Λίγα λόγια για το ντεκόρ: ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα καλόγουστο και παρείστικο μαγαζάκι, το έχουν καταστρέψει με κάποιες (εντελώς άχρηστες) kitsch πινελιές (όπως π.χ. ένα φωτισμένο με Neon συντριβάνι στην είσοδο του εστιατορίου) κρίμα διότι έτσι χάνονται μέσα στο χώρο κάποιες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες όπως μια αφίσα που απεικονίζει μία κόκκινη γόβα στιλέτο με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στη θέση του τακουνιού και η λεζάντα να αναφέρει «Marchez au Bordeaux: la couleur du bon gout» (μετάφραση: περπατήστε με Μπορντό, το χρώμα του καλού γούστου).

Τώρα που μου έφυγε η περιέργεια, είμαι σίγουρη πως δεν θα ξαναπατήσω στην Ράτκα. Για δυο βασικούς λόγους: 1) είναι υπερτιμημένο (πληρώσαμε 100 ευρώ το οποίο θεωρώ υπέρτατη ξεφτίλα δεδομένου ότι δεν είναι εξεζητημένες γεύσεις) και 2) το προσωπικό είναι σνομπ και αγέλαστο, σου δίνουν την εντύπωση πως θέλουν να σε ξεφορτωθούν για να έρθει ο ερχόμενος πελάτης και να αυξήσουν έτσι τον τζίρο τους.

Επιβεβαιώνετε δε η θεωρία μου ότι ο Έλληνας απλά ακολουθεί τυφλά το trend χωρίς να τον πολύ νοιάζει εάν θα ευχαριστηθεί το φαγητό του (από τη στιγμή που θα βρίσκεται στον ίδιο χώρο με επώνυμους του φτάνει και του περισσεύει) και ότι η μεγάλη πελατεία δεν αποτελεί (πάντα) κριτήριο ποιότητος σε ένα εστιατόριο. Η Ράτκα αποτελεί ζωντανό παράδειγμα!

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το: