Ευτυχώς ο cheesy τίτλος δεν με απότρεψε από το να δω την ταινία. Εκτιμώ πραγματικά την Tilda Swinton και θα πήγαινα ούτως ή άλλως να δω όποια ταινία της πόσο μάλλον αυτή, στην παραγωγή της οποίας συμμετέχει και η ίδια.

Το ανδρόγυνο αυτό ασχημόπαπο, η fashion icon των avant-garde περιοδικών Tilda είναι μια ηθοποιός που κινείται προσεκτικά στο χώρο ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζεται την προσωπική της ζωή (ψάξε να μάθεις) χωρίς αναστολές. No guts no glory.

Εν συντομία η υπόθεση έχει ως εξής: στο art-deco palazzo της δυναστείας Recchi, επιφανούς οικογένειας της μιλανέζικης μπουρζουαζίας (σα να λέμε Agnelli αλλά στον τομέα της ένδυσης), η υπέρκομψη οικοδέσποινα Emma ζει για τις οικογενειακές και κοσμικές υποχρεώσεις αλλά σχεδόν αποτραβηγμένη. Ο Ιταλός μάγειρας Antonio, φίλος του γιου της την ξυπνά από τη νάρκη της για να ζήσουν μαζί τον έρωτα στην εξοχή κοντά στο San Remo.

Κι ενώ μέχρι τώρα η ταινία φαντάζει ένα ροζ μυθιστόρημα (κι εγώ ακούγομαι σαν τον Μπακογιαννόπουλο), το ενδιαφέρον βρίσκεται στις λεπτομέρειες, στους χώρους, στη μαεστρία των πλάνων αλλά κυρίως στην ίδια την ερμηνεία της Tilda Swinton.

Η μεταμόρφωσή της από εσωστρεφή, παγωμένη ψυχολογικά σύζυγο σε ερωτευμένη γυναίκα υποστηρίζεται σημειολογικά από τις ενδυματολογικές επιλογές και τις εναλλαγές των χώρων. Τα ρούχα αλλάζουν από μουντά σε ζωηρά και στο τέλος σε αθλητικά σχεδόν αντρικά. Τα πολυτελή βαριά εσωτερικά της οικογενειακής εστίας διασκεδάζονται από την οργιώδη φύση του San Remo.
Το πρόσωπό της πιάνει όλη τη γκάμα των εκφράσεων: αλαβάστρινο με τα μαύρα κενά έως δαιμονισμένα μάτια να δείχνουν απόγνωση ή ελαφρά κοκκινισμένο, ντροπαλό σχεδόν εφηβικό να εκπλήσσεται μπροστά στον έρωτα.

Αγαπώ το καλό και σωστά παρουσιασμένο φαγητό και η ταινία μου δίνει λόγους να το αγαπώ ακόμη περισσότερο. Η ρετρό, σε σχήμα βουνού Mont-Blanc τούρτα που σβήνει ο πατριάρχης της οικογένειας μοιάζει να έχει βγει από vintage αφιέρωμα του Wallpaper. Η σκηνή που η Emma γεύεται τις γαρίδες που της ετοίμασε ο Antonio στο εστιατόριό του είναι εντυπωσιακή. Οι αισθήσεις της ξυπνούν καθώς οι γεύσεις την πλημμυρίζουν, ο κόσμος γύρω της σκοτεινιάζει, τα χρώματα πάνω της αρχίζουν να λάμπουν και το πρόσωπό της κυριεύεται από μια αναπάντεχη χαρά. Από απόκοσμη, μακιγιαρισμένη μαριονέτα γίνεται κανονική ανθρώπινη ύπαρξη που κόβει τα νήματα που την κινούν.

Ο σκηνοθέτης Luca Guadagnino θέλει την κάμερα να ακολουθεί τους εσωτερικούς χώρους. Κινείται σαν παχύρρευστο υγρό. Δεν βιάζεται. Είναι εκεί πριν την ανθρώπινη παρουσία. Στους άδειους χώρους, στους κρυστάλλινους πολυέλαιους, στις μπαρόκ ταπετσαρίες, στα χρυσά πάνελ, στο ορχηστρικά στρωμένο τραπέζι της φαμίλιας. Είναι εκεί μετά την ανθρώπινη δραστηριότητα τονίζοντας τη μοναξιά, το δράμα.

Σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια δηλώνουν επηρεασμένοι από τον Visconti. Ωστόσο τα προσεκτικά σχεδιασμένα πλάνα μοιάζουν να έχουν βγει από σκίτσα προετοιμασίας του Hitchcock.

Στο άλλο άκρο η φύση οργιάζει, το ζευγάρι ενώνεται χωρίς εξιδανικεύσεις των σωμάτων στην εξοχή με το φως να διεισδύει στα πλάνα ενώ μεταφορικές αλλά κλισέ εικόνες από τη φύση οδηγούν στην κορύφωση.

Ο διάλογος αρχίζει να περιττεύει. Διαβάζεις πλέον το φιλμ. Οδηγείσαι από τη μουσική του John Adams. Έχω την αίσθηση της όπερας όπου ακόμη κι αν δεν έχεις διαβάσει το λιμπρέτο συγκινείσαι χωρίς να ξέρεις τι γίνεται.

Η ηρωϊδα χειραφετείται και απελευθερώνεται αλλά όχι χωρίς κόστος. Δεν θα πω τι γίνεται παρακάτω. Θα πω μόνο πως η ταινία αυτή δε διαφημίστηκε ιδιαίτερα. Ποντάρει στο word of mouth. Δείτε την και μιλήστε γι’ αυτήν.

Σας άρεσε το άρθρο; Μοιραστείτε το: